Όταν πετάξεις..
Όταν το βράδυ κρύβεται μακριά μου το φεγγάρι / Να με φωτίζει μένει ως αργά φως ηλεκτρικό / Και το ξημέρωμα λίγο όνειρο μου κλέβει /Αγκαλιά το μαξιλάρι, σε κοιτώ
Όταν το βράδυ κρύβεται μακριά μου το φεγγάρι / Να με φωτίζει μένει ως αργά φως ηλεκτρικό / Και το ξημέρωμα λίγο όνειρο μου κλέβει /Αγκαλιά το μαξιλάρι, σε κοιτώ
Αξιωματικά, αποφάσισε ότι θα γίνει καλλιτέχνης. Γεννήθηκε ή έγινε;
Τετάρτη, και οι ρυτίδες της μοναξιάς γλύφουν το πρόσωπό σου. Η κασέτα με τις φωνές των ήχων παγιδευμένων στην καφέ ζελατίνα κάνει κύκλους στις λίμνες του αέρα που ακούς.
Περίπου 5 λεπτά από τη ζωή της.. 5 λεπτά, που θα μπορούσαν να σήμαιναν τα πάντα για ένα αγόρι δίπλα της.
Δεν άργησε να γυρίσει. Σπίτι, ευτυχώς, κανείς. Θα έλειπαν μάλλον σε κάποιο δείπνο, ή μόνοι τους για ένα ποτό. Μάλλον το πρώτο. Όπως και να ‘χει, σε λίγο θα γυρνούσαν. Έπρεπε να προλάβει, χωρίς να βιαζόταν όμως, γιατί τότε θα σκότωνε και το λιγοστό φως.
ακούω, βλέπω, γράφω, διαβάζω, επικοινωνώ, ζωγραφίζω, ηρεμώ, θυμάμαι
Μωρό μου; Κοιμάσαι; Δεν ακούς το νανούρισμα; Ξύπνα, και χάλασε τον κόσμο με τις φωνές σου!
Η γλυκύτητα της επιθυμίας περιέχει, μεταξύ άλλων, και την βιαιότητα της επιθυμίας για μια εγκατάσταση μέσα στα αισθήματα του άλλου.
Με ρώτησε τι συμβαίνει κάθε φορά που προσπαθώ να θυμηθώ.
αργά βράδυ, γύριζα δίχως ελπίδα, ζητώντας ήλιο.
Είμαστε κάτι ηλεκτρισμένοι μαγνήτες. Το ρεύμα όταν ρέει, τάση, κίνηση ταραγμένη επιφέρει στα άκρα που στέκονται σαν βελόνες.
Αφιερωμένο στον Γιάννη Ρίτσο και στον Daniel Wallace.. Όχι, χωρίς βοηθητικές. Ανέβηκε στη σέλα της μηχανής του. Τρέχει, σταματά και κατεβαίνει στο πρώτο του παιδί. Σειρά του να του μάθει ποδήλατο. Ζητά την άδεια και φεύγει από το πάρτι. Πηγαίνει στο μπάνιο, κλειδώνει, και βυθίζεται με τα ρούχα στην μπανιέρα. Και όταν σηκωθεί, θα είναι […]
Προσπαθώ μόνο να ακούσω. Τι; Τίποτα. Εμένα ίσως. Μα και εγώ τι είμαι; Ένας ελάχιστος ψίθυρος ανάμεσα σε παγκόσμιες συμφωνίες.
Πόσα ‘χουν δει τούτ’ οι κίονες Βρεγμένα κλάματα γλυκά, σπαργανωμένα σε δαντέλα και μέλι Κρασί και βάλσαμο στις ματωμένες των γονατιστών ψυχές.
Να ακούτε, να διαβάζετε, να γράφετε.
Life has her own pace and rythm. If you try to speed up, she will find a way to slow you down.
Η θάλασσα. Τη φοβάται, όπως τα παιδιά φοβούνται το σκοτάδι. Αυτές οι ακτές έχουν αδιαφανή νερά, θολωμένα από την ανάδευση της άμμου και τον κόλπο.
Μεσάνυχτα, μια φωνή το σκάει από το άσυλο / σέρνει τις πληγές της για παράσημο / τρελαίνεται και ουρλιάζει απ’ την απόγνωση / σημάδια έχει ακόμα απ’ την απόδραση / και τον έρωτα
Είναι, πια, οι ποιητές, τρόπο τινά / ψυχρόαιμα πλάσματα της νύχτας / που περιφέρονται άσκοπα τα πρωινά / σέρνοντας άλογα με τόση αδιαφορία / στους αιώνες του Ανθρώπου μια ιστορία:
Η όρασή μου, πεισματικά ασταθής. Αποφάσισα να βγάλω τα γυαλιά μου· εξάλλου περισσότερο κακό μου προκαλούσαν. Τώρα, στο σημείο που προ ολίγου κείτονταν το σκυλί, έβλεπα ένα παιδί.
Το βράδυ εκείνο, έπεσε πολύ νερό από τον ουρανό. Και έβρεξε μέχρι το επόμενο πρωί.. και μετά μέχρι το επόμενο.. και μέχρι το επόμενο.. Τόσο που όλα έλιωσαν, έγιναν λάσπη και ξεπλύθηκαν στους υπονόμους, τα σπίτια πλημμύρισαν, το μαγαζάκι του κυρ Παντελή πλημμύρισε, τα όνειρά μας βράχηκαν, και σε όλο τον κόσμο μύρισε, βρεγμένο χαρτί […]
Ο χρόνος κυλάει αδιάφορος για τα έργα μας. Ανεβαίνει τον μεγάλο δρόμο, περπατάει μέχρι την πλατεία. Μιλάει με τα δέντρα, μόνο αυτά προλαβαίνουν να ακούσουν. Στο δεύτερο βλέμμα κρύβεται ο μήνας. Στο γύρισμα του κεφαλιού, ήδη μια δεκαετία. Όταν επιστρέψει, μόλις που προλαβαίνεις να του γνωρίσεις τον φίλο σου, να του συστήσεις δύο μάτια που […]
Εσύ, ίσως και εγώ, γερμένοι κισσοί στο πατρικό σου σπίτι εκεί που πια καμιά κατασκευή -ανθρώπινη το δίχως δεν την λες- δεν συντρίβει το βλέμμα στο ταβάνι ελεύθερο τ’ αφήνει να τρέχει στο μέλλον
Το χιόνι δεν φαίνεται / όταν κοιτάζεις τα σύννεφα / Κάθεται στην άκρη / στα μπαλκόνια και / χαζεύει τις παρελάσεις
Γδύσου, σε θέλω ελεύθερο. Βιάσου. Τι είναι αυτό που φοράς; Ποιος σε μασκάρεψε έτσι, καλό μου;
Η μουσική είναι ένα ποδήλατο που σε μαθαίνει ισορροπία, σε βολτάρει και σε ταξιδεύει στα κοντινά και τα μακριά. Δεν είναι άθροισμα μερών κι εξαρτημάτων (ίσως όμως εξαρτήσεων), δεν είναι αμάξι. Θέλει τα πόδια σου να δένουν στο πετάλι πριν να σου λύσει της ημέρας το χρησμό. Το ποδήλατό σου πηγαίνει πότε αργά και πότε […]
Λίγη σκόνη στο παντελόνι / Λίγο χώμα στην τσάντα / Τα μπαλώματα της εφηβείας μας τα κάναμε μαζί / Δύο, πέντε, οκτώ, τι σημασία είχε..
Όσο περνάνε οι μέρες σκέφτομαι όλο και πιο πολύ ότι τόσα χρόνια υπερασπιζόμασταν τα ανθρώπινα δικαιώματα, αυτά ξέρετε που ενσαρκώνουν το ευ ζην. Ποιος θα διεκδικήσει το δικαίωμα του να είσαι άνθρωπος;
Μην κλειδώσεις την πόρτα απόψε / Μην με αφήσεις (στην) απ’ έξω / Μπήκαμε σε δύσκολη εποχή, με καταχνιά, που στο τραπέζι το χιόνι φέρνουν τα παιδιά
Αν μπορούσαμε μονάχα απόψε να πλαγιάσουμε / Σε κρεβάτι καμωμένο από λουλούδια / Αν μονάχα απόψε πέφταμε / Σ’ μια αθάνατη μαγεία
Στον Σίσυφο Γενικό, μετά, βεβαίως, και από τη σχετική ερώτηση στην Ειρήνη
Σήκωσε αέρα / Και ξαφνικά, ήρθες / Τα σύννεφα απόψε ονειρεύονται / τις εφτά πληγές του φαραώ / κι εγώ τις δικές σου
My ego stands in never asking how does a closed door look like.
Ελεύθερα σου γράφω, μην φοβάσαι Το σπίτι αυτό μισώ θανατηφόρα Τους δρόμους που δεν έχεις περπατήσει Σεντόνια που δεν έχεις κοιμηθεί, και διαδρόμους Και να θυμάσαι, μην περνάς από υπόγειες διαβάσεις Και μην το μέλλον σου τρομάζει το παρόν. Τη μέρα που θα ‘ρθεις, θα σου γνωρίσω Καφέ με τραπεζάκια μαρμαρένια Τα χρώματα του κήπου […]
Θυμάμαι όταν, στα φοιτητικά, μετακόμισα στη μοναξιά, το ραδιόφωνο δούλευε σκληρότερα από το ημερολόγια του ταξιδιού. Γιατί αν το ένα σχολάει μετά το πρώτο βλέμμα, το ραδιόφωνο είναι σύζυγος πιστός: μαζί ξυπνάει και κοιμάται, σου κάνει συντροφιά, σου φτιάχνει το κέφι, σου μαντάρει την ψυχή, ανοίγει την πόρτα σε ξένους βιαστικούς αλλά τακτικούς επισκέπτας της κουζίνας σου που πασχίζεις να γεμίσεις κατσαρολικά και αναβολή.
Και μετά μου λες / να μην σκέφτομαι το άρωμα της γυναίκας του εργάτη / που γυρίζει αργά / έπειτα από ώρες ολόκληρες / ελευθερίας να πουλάει την ελευθερία του, /εργαλεία οικοδομών και μαρμαρόπλακες.
Σε αυτόν που ακόμα δεν την ξέρει .
Δεν μπορώ να σταματήσω να ζω / επειδή κάποιο γράμμα θα είναι το τελευταίο / δεν μπορώ να σταματήσω να γράφω / επειδή κάποιο τραγούδι θα είναι το τελευταίο / δεν μπορώ να σταματήσω να τραγουδώ / επειδή κάποια ανάσα θα είναι η τελευταία
Δεν ήμουν εγώ / Αλήθεια σας λέω, δεν ήμουν εγώ / Δεν φόρεσα ποτέ αυτή τη μάσκα / Δεν φόρεσα ποτέ αυτό το πρόσωπο / Εγώ δεν γεννήθηκα παρά μόνο αργότερα, / έφηβος, σπουδαστής, ταξιδευτής
Τα παπούτσια μου είναι βάζα / Και καράβια, και παγοθραυστικά / Τα παπούτσια μου είναι χαλιά μαγικά
Κάθε πρωί που ανοίγω τα μάτια μου Ρίχνω ένα γρήγορο βλέμμα στην εξώπορτα Ανοιχτή σημαίνει ότι τίποτα δεν μας συνέβη Αν τη βρω κλειστή, μπορεί και να σκεφτώ πως κάποιος διέρρηξε την μοναξιά μου Και έσυρε αργά από ενοχές το πόμολο στην έξοδο
Ρίξαμε τον καθρέφτη στο πάτωμα, σε μια προσπάθεια να ψαρέψουμε προθέσεις. Ελπίδες, όνειρα και διδαχές. Σε μια απόπειρα βουτιάς στα αχαρτογράφητα νερά μας, κι από τα κομμάτια χίλια κι ένα, να συνθέσουμε ένα βιτρώ σαν κινέζικο τάνγκραμ, για ένα φως για μια διάθλαση στα χρώματα της λίμνης του καθρέφτη έξω τα ναυάγια, έξω τα πνιγμένα παιδιά, […]
Τι να ντυνόμασταν ϕέτος τις απόκριες; Εγώ λέω πουλιά ξενιτεμένα. Ε, δηλαδή, καταρχάς θα τυλιχτούμε ένα κασκόλ την ησυχία μας Μετά θα σου ϕορέσω με τσιμπιδάκια τα εισιτήρια από το Βασιλικό και το σινεμά Και για να κάνουμε πλάκα στην Εϕορία, θα μου βάλεις στις τσέπες όλες τις αποδείξεις από τα καϕέ. Μετά, δεν θα […]
Ο μεγαλύτερος φόβος στη ζωή μου είναι να σε χάσω. Με τρελαίνει. Αυτός είναι ο μόνος φόβος μου. Έρχεται πριν κι από το φόβο να χάσω τα δυο μου χέρια, η μεγαλύτερη αδυναμία του σώματος που μπορώ να φανταστώ.
Θέλω να σου φτιάξω έναν κήπο με πεταλούδες, / κρίνους, βουκαμβίλιες και γαρύφαλα άσπρα, / θα αφήνω τις μέλισσες να παίζουν μαζί σου / όσο καιρό γλυκά και υπομονετικά / γυμνός σου θα χτίζω το χώμα
Ένα καράβι-πανδοχείο ή εστιατόριο, που προσάραξε στην ακτή, με μία γοργόνα λαξευμένη στην πρύμη του, παραμένει σε κάθε περίπτωση ένα ναυάγιο.
Every now and then, / I want to invade a country
Οι ήττες μου έχουν ονόματα, επίθετα, ψευδώνυμα. Τα γλυκά μου φαλιμέντα.
Κάτω στο δρόμο, έχω μια λάμπα που ανάβει και σβήνει, αδειάζει γεμίζει, μετά πάλι, αναπνέει. Σ’ απλωμένα ρούχα από κάτω περνάω, σε προσκυνάω. Τα μετρό μυρίζουν ίδια με τα αεροδρόμια και με εμάς, καμμένα δέρματα και σπασμένες χειρολαβές. Κορίτσια στα ταμεία με θρυμματισμένα χαμόγελα, όχι αρκετά λαμπερά να τα πληρώνουν άλλοι, όχι αρκετά κοντά στην […]